Ο πανεργατικός αγώνας μόνη απάντηση
στην κυβερνητική πολιτική της φτώχειας, της ακρίβειας και των ιδιωτικοποιήσεων

Η 24ωρη απεργία που έχουν κηρύξει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ για τις 9 Απρίλη, μετά τη γενική απεργία και τα μεγαλειώδη αντικυβερνητικά συλλαλητήρια της 28ης Φλεβάρη και εκείνα της 26ης Γενάρη, είναι αναγκαίο να αποτελέσει ένα τρίτο βήμα πανελλαδικών μαζικών εργατοϋπαλληλικών κινητοποιήσεων ενάντια στην κυβερνητική πολιτική της ακρίβειας, της φτώχειας, της καθήλωσης των μισθών και της εξάλειψης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, των ιδιωτικοποιήσεων και της διάλυσης των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών. Είναι αναγκαίο να αποτελέσει ένα τέτοιο βήμα:

Πρώτο γιατί, όπως έδειξαν η 28η Φλεβάρη και 26η Γενάρη, ο μαζικός εξωκοινοβουλευτικός αγώνας είναι εκείνος που μπορεί να κλονίσει και να αναχαιτίσει την αντιλαϊκή πολιτική. Αρκεί αυτός να μην ανακοπεί και να συνεχιστεί με επιμονή και με τη διατήρηση τού -όσο το δυνατόν- πιο μαζικού, ενωτικού πανεργατοϋπαλληλικού-παλλαϊκού χαρακτήρα του, έτσι ώστε να ενταθεί η απομόνωση και η εξασθένιση που υπέστηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη από τις μεγάλες κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν.

Για να επιτευχθεί αυτό, ωστόσο, αναγκαία προϋπόθεση είναι η απεργία και τα συλλαλητήρια της 9ης Απρίλη να οργανωθούν μέσα από τα συνδικάτα και τους χώρους δουλειάς με τρόπο που θα εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή των εργαζομένων στην απεργία και σε ενιαία συλλαλητήρια που θα επιτρέψουν με τον πιο μαζικό τρόπο να εκφρασθούν οι διεκδικήσεις τους και η αποδοκιμασία τους στην κυβερνητική πολιτική.

Δεύτερο, γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει να συνεχίσει την πολιτική των αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων». Θέλει, γι’ αυτό το σκοπό, να εκτονώσει τις ισχυρές πιέσεις που της έχει προκαλέσει το ξέσπασμα τεράστιων λαϊκών κινητοποιήσεων ενάντιά της. Κινητοποιήσεις που έγιναν με αφορμή την εξοργιστική κυβερνητική απόπειρα συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, αλλά είναι φανερό πως αυτές περιέκλειαν τη συσσωρευμένη παλλαϊκή οργή για το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής.

Για να επιτύχει μια τέτοια εκτόνωση προχώρησε, από τη μια, στην κίνηση να εγκλωβίσει το θέμα της συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών στο ανώδυνο και ελεγχόμενο πλαίσιο μιας κοινοβουλευτικής συζήτησης και ψηφοφορίας στη βουλή. Κίνηση που τη διευκόλυναν και τη στήριξαν τα κόμματα της αστικής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης με τις προτάσεις για «προανακριτική επιτροπή» για τα Τέμπη και «δυσπιστίας» στην κυβέρνηση. Από την άλλη, σε ένα κακότεχνο ανασχηματισμό του κυβερνητικού σχήματός της, που τον πρόβαλε υποκριτικά σαν τάχα μέτρο για τη «διόρθωση λαθών».

Μέσα από αυτούς τους ελιγμούς και τα μασκαραλίκια της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει να προσπεράσει το σκόπελο της παλλαϊκής κατακραυγής στην πολιτική της, για να εξακολουθήσει να την εφαρμόζει απαρέγκλιτα. Και το κάνει αυτό χωρίς καθυστέρηση.

Αυτό έδειξε, πρώτα απ’ όλα, η ανακοίνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για μια εντελώς πενιχρή αύξηση του κατωτάτου μισθού, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια «τσακίζει κόκαλα» και η πραγματική αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού, ριγμένη στα τάρταρα από την εποχή των μνημονίων, παραμένει πρεσαρισμένη σε ένα επίπεδο οικονομικής αθλιότητας που έχει ρίξει την Ελλάδα στον πάτο των μισθών που δίνονται στην ΕΕ!

Την οικονομική βαρύτητα που έχει ο κατώτατος μισθός μεγάλης φτώχειας μπορεί να την αντιληφθεί κανείς από το γεγονός ότι το ύψος του καθορίζει άμεσα τις αποδοχές σχεδόν ενάμιση εκατομμυρίου εργαζομένων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και έμμεσα επηρεάζει όλους τους μισθούς των εργαζομένων, που το μέγεθος τους βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με τον κατώτατο μισθό, που παίρνει ο ανειδίκευτος εργάτης. Ο πολύ χαμηλός κατώτατος μισθός είναι ένας καθοριστικός δείκτης του μεγέθους και της έκτασης της φτώχειας, πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπόψη ότι υπάρχει μεγάλος αριθμός εργαζομένων μερικής, προσωρινής απασχόλησης κλπ, συνεχώς διευρυνόμενος, που πληρώνεται με μισθό που είναι κλάσμα του κατώτατου μισθού.

Αυτήν την επιδείνωση της οικονομικής θέσης των εργαζόμενων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να την ενισχύει με τη διατήρηση όλων των περικοπών των μισθολογικών δικαιωμάτων που επέβαλαν τα μνημόνια, όπως είναι περικοπή του 13ου και 14ου μισθού των δημόσιων υπαλλήλων αλλά και της 13ης και 14ης σύνταξης των συνταξιούχων. Συνεχίζει να την ενισχύει και με μια νομοθεσία που έχει οδηγήσει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) να είναι σπάνιο είδος (στοιχεία αναφέρουν πως μόλις 25% των εργαζομένων καλύπτεται με ΣΣΕ). Με μια νομοθεσία που έχει καταργήσει τη συλλογική διαπραγμάτευση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, της πιο σημαντικής σύμβασης για τους εργαζόμενους, μέσω της οποίας επί δεκαετίες καθοριζόταν ο κατώτατος μισθός και ημερομίσθιο. Μια νομοθεσία που έχει κάνει την κυβέρνηση αποκλειστικό ρυθμιστή του κατώτατου μισθού και κατ’ επέκταση όλης της αλυσίδας των μισθών και, μέσω αυτής, μπορεί να τους συμπιέζει σύμφωνα με τις επιταγές κέρδους που θέλουν οι εργοδότες.

Αυτή συνεχιζόμενη πολιτική καθήλωσης των μισθών των εργαζόμενων, που γίνεται πιο αφόρητη από την κυβερνητική πολιτική της αχαλίνωτης ακρίβειας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προεξοφλεί ότι θα συνεχιστεί μέχρι το 2027. Αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση επιβίωσης για τους εργαζόμενους που πρέπει να να τους κινητοποιήσει καθολικά για την απεργία της 9ης Απρίλη.

Όπως αντιλαϊκή πρόσκληση είναι και η συνέχιση της πολιτικής της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας, που αποκαλύπτεται και στην τεράστια αύξηση των κερδών των τραπεζών,των παρόχων ενέργειας και των μεγάλων επιχειρήσεων. Η συνέχιση της πολιτικής της συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, με τελευταία επεισόδια την κατάργηση της «προανακριτικής» που ψηφίστηκε στη Βουλή, την απόρριψη μήνυσης των συγγενών των θυμάτων κ.ά., που αποτελεί προέκταση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων, η οποία έχει καταστρέψει και καταστρέφει όχι μόνο τις δημόσιες συγκοινωνίες αλλά και τη δημόσια υγεία, τη δημόσια παιδεία, τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια, ενώ έχει εκτινάξει στα ύψη τις τιμές των δημόσιων αγαθών (τιμή ηλεκτρικού ρεύματος κλπ).

Προς επίρρωση όλης αυτής της αντιλαϊκής επέλασης που κατεδαφίζει τις δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και μετατρέπει τα δημόσια αγαθά σε πανάκριβο εμπόρευμα, με το ψέμα πως ο δημόσιος κρατικός προϋπολογισμός «δεν αντέχει» να αυξήσει τις δαπάνες για δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες, μισθούς και για δημόσια αγαθά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε στη βουλή τη διάθεση από τον κρατικό προϋπολογισμό, για εξοπλιστικές δαπάνες, ενός νέου υπερμεγέθους ποσού 25 δισ. ευρώ, που ισοδυναμεί με το 13% του σημερινού ΑΕΠ της Ελλάδας!

Λέγοντας πως «το παλιότερο δίλημμα -που ακούγαμε κυρίως από την Αριστερά- “κανόνια ή βούτυρο αποδεικνύεται σαθρό και επικίνδυνο», με απόλυτο κυνισμό διακήρυξε όχι μόνο ότι η κυβέρνησή του προτρέχει και ευθυγραμμίζεται με την πολιτική των πολεμοκάπηλων εξοπλισμών και της πολεμικής οικονομίας που έχει εξαγγείλει η ΕΕ, αλλά και ότι μεταξύ των δαπανών για βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών και της ζωής του ελληνικού λαού και των δαπανών για όπλα ο κρατικός προϋπολογισμός της κυβέρνησής του για τα επόμενα 12 χρόνια επιλέγει τις δαπάνες για νέους πολεμικούς εξοπλισμούς.
Μια επιλογή που δείχνει και όλη την κυβερνητική υποκρισία για το θέμα των «αντοχών της οικονομίας»: Όταν οι κρατικές δαπάνες είναι για όπλα και για τη χρηματοδότηση μεγαλοεπιχειρηματιών, ο κρατικός προϋπολογισμός και το «πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας» «αντέχουν και παρααντέχουν». Όταν είναι να διατεθούν για δημόσιες κοινωνικές ανάγκες «δεν αντέχουν». Σε αυτό το μοτίβο, σιγοντάροντας την κυβέρνηση, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας δήλωσε, πολύ προκλητικά και κινδυνολογώντας, πως η δημόσια δαπάνη για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημόσιους υπάλληλους «θα είναι η πιο αυτοκτονική κίνηση» που «θα στείλει την οικονομία στα βράχια»!

Είναι σαφές ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησης της ΝΔ είναι να γίνει ακόμα πιο βαριά και επώδυνη για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα η αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική της. Η επίγνωση αυτής της προοπτικής και η οικονομική ασφυξία που υποφέρουν σήμερα οι εργαζόμενοι επιβάλλει η απεργία της 9ης Απρίλη να αποτελέσει μέρα μαζικών πανεργατοϋπαλληλικών κινητοποιήσεων που θα λειτουργήσουν σαν ένα ισχυρό ανάχωμα στην κυβερνητική πολιτική.

Είναι γεγονός ότι η στάση των ανώτερων συνδικαλιστικών ηγεσιών και των κυρίαρχων συνδικαλιστικών παρατάξεων δεν βοηθά σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα: Η λειψή ή και ανύπαρκτη ενημέρωσή τους για την απεργία στους χώρους δουλειάς, το ότι δεν κινούν διαδικασίες μέσα στους χώρους δουλειάς και στα συνδικάτα (συνελεύσεις, συγκεντρώσεις κλπ) που θα ενεργοποιήσουν τον εργατικό κόσμο να πάρει μαζικά μέρος στην απεργία και στα συλλαλητήρια, το ότι προαναγγέλθηκαν απεργιακές συγκεντρώσεις σε διαφορετικά σημεία (στην Αθήνα η ΓΣΕΕ και το ΕΚΑ καλούν στην πλατεία Κλαυθμώνος, η ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα, το ΠΑΜΕ στα Προπύλαια) λειτουργούν, εκ προοιμίου, αρνητικά για την όσο το δυνατόν πιο ευρεία συμμετοχή των εργαζόμενων στην απεργία και για την πραγματοποίηση ενωτικών συλλαλητηρίων τους με τη μεγαλύτερη δυνατή μαζικότητα, έτσι ώστε η πανεργατική πίεση στην κυβέρνηση να εκφραστεί με τη μεγαλύτερη δύναμη.

Γι’ αυτό στις μέρες που απομένουν ως την απεργία χρειάζεται από τις ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις του εργατοϋπαλληλικού κινήματος να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχή και η μαζικότητα στην πανελλαδική-πανεργατική 24ωρη απεργία και στα συλλαλητήρια της 9ης Απρίλη.