Φεύγοντας από την προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος στην Αθήνα, ξεκινήσαμε να προλάβουμε το βραδινό καράβι για την Λέσβο. Κουβαλώντας λίγα πράγματα στις τσάντες μας, φορτωθήκαμε χαρτόνια, αφίσες, βιβλία και προκηρύξεις και φύγαμε για την πύλη Ε2 στην Δραπετσώνα, απ’ όπου κι έφευγε το καράβι μας.

Αφού φάγαμε στη συνοικία που τόσο αγάπησε ο Ισαάκ Ιορδανίδης-πρωτεργάτης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στη χώρα μας, αποχαιρετήσαμε τον σύντροφο που μας κατέβασε στο λιμάνι και μπήκαμε στο πλοίο. «Καλό μας ταξίδι λοιπόν», είπαμε και έπειτα κλείσαμε τα μάτια μας για να έχουμε δυνάμεις για αύριο. Το πλοίο καθυστέρησε να φτάσει καμιά ώρα και παρατηρούσαμε τους υπόλοιπους επιβάτες να παίρνουν αγχωμένοι τηλέφωνα να ενημερώσουν τα δωμάτια ότι θα αργήσουν. Εμείς το μόνο άγχος που είχαμε ήταν να προλάβουμε το πλάνο που είχαμε βάλει για το νησί.

Αφού κανονίσαμε γρήγορα-γρήγορα να παιχτεί η συγκινητική και μεστή δήλωση της υποψήφιας στον νομό, συντρόφισσας Αναστασίας Λεοντή στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα του νησιού, τακτοποιηθήκαμε στο δωμάτιό μας και αμέσως ξεκινήσαμε το ταξίδι μας στο μέχρι χτες άγνωστο για μας, αχανές νησί της Σαπφούς.

Πρώτη στάση στην Αγιάσο. Το «κόκκινο» χωριό, που προσέφερε ποταμούς αίματος στην Εθνική Αντίσταση και το β’ αντάρτικο, η ανταρτομάνα Αγιάσος έστεκε περήφανη μπροστά μας. Στον δρόμο και καθώς βάζαμε χαρτόνια και γράφαμε συνθήματα ακούσαμε μια φωνή να λέει «Γεια σας σύντροφοι!». Ήταν μέλος του ΚΚΕ και τον πήραμε μαζί μέχρι το χωριό. Στις κουβέντες που ανταλλάξαμε καταλάβαμε πως η «κόκκινη» Αγιάσος παραμένει «κόκκινη» μόνο στα μυαλά των ρεβιζιονιστών, που δεν κατάφεραν να κερδίσουν την πλειοψηφία ούτε στην τοπική κοινότητα. Αρκετές φορές μας είπε ότι η Παπαρήγα έρχεται στο νησί για να καταφέρει το «κόμμα» να εκλέξει βουλευτή, ότι «κι εμείς καλά τα λέμε, αλλά εδώ το παιχνίδι παίζεται στην ψήφο» κλπ. Κάποια στιγμή τον ρωτήσαμε ευθέως: «Αν δεν παιζόταν δηλαδή η βουλευτική θέση, δε θα έπρεπε να ψηφίσουμε ΚΚΕ;» Μας κοίταξε με μάτια γουρλωμένα κι ύστερα είπε «δίκιο έχετε», ενδεχομένως σκεπτόμενος πόσο φτωχό και λίγο είναι το επιχείρημα της «χαμένης» ψήφου.

Μετά την Αγιάσο κινήσαμε για την Καλλονή, όπου βγάζει το καλύτερο ψάρι στην Λέσβο -όπως μας είπαν. «Καλά τα λέτε, το σκέφτομαι πολύ σοβαρά να σας ψηφίσω», μας αποκρίθηκε ο παπάς του χωριού, στον οποίο είχαμε δώσει προηγούμενα με μεγάλο δισταγμό την κομματική ανακοίνωση. Ύστερα από εκεί, οδηγήσαμε μέχρι το χωριό της Αγίας Παρασκευής. Τα καφενεία ετοιμάζονταν για το τοπικό πανηγύρι του χωριού κι εμείς σκεφτήκαμε πως είναι η καλύτερη ευκαιρία να βάλουμε αφίσες και χαρτόνια για να τα δει ο κόσμος που θα έρθει. Σε μια σύντομη συνομιλία με μια παρέα μαθητών, καταλάβαμε με πόσο άγχος και αγωνία φαντάζονται το μέλλον τους τα παιδιά των φτωχών κτηνοτρόφων, ψαράδων και αγροτών της Λέσβου, πόσο πιο δύσκολο είναι γι’ αυτά να πάρουν την απόφαση να σπουδάσουν μακριά απ’ το νησί τους.

Στη συνέχεια φύγαμε για τον Μανταμάδο, το άλλο «κόκκινο» χωριό της Λέσβου. Εκεί βρήκαμε τον σύντροφο Γιώργο, που εντάχθηκε στο μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα στα χρόνια της Χούντας, κατά την εξορία του στα Γιούρα και την Λέρο. Ο σύντροφος μας είπε ιστορίες απ’ την εξορία, μας μίλησε για τις αντιπαραθέσεις με τους ρεβιζιονιστές του εκφυλισμένου ΚΚΕ τόσο στα χρόνια της εξορίας,όσο και κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης στο νησί. Όλες τις διηγήσεις του, ο Γιώργης τις έλεγε με χαμόγελο και με πλήρη διαύγεια. Μας θύμισε αγαπημένους συντρόφους που χάσαμε, όπως ο Νίκος Βοσνίδης και ο Παναγιώτης Κυριαζής, και άλλους που βρίσκονται ακόμη στη ζωή και παραμένουν στις γραμμές του κόμματός μας, όπως ο Κώστας ο Μήττας από την Νάουσα. Αγαπητός ο Γιώργος στο χωριό, κάθε περαστικός σταματούσε να τον χαιρετήσει, ενώ το χαρακτηριστικό νεύμα του κεφαλιού -δείγμα σεβασμού, έδειχνε την εκτίμηση των κατοίκων στο πρόσωπο του συντρόφου μας. Με πλήρη σεμνότητα και ταπεινότητα, με ένα ζεστό χαμόγελο και με μεστές και ουσιαστικές κουβέντες ο Γιώργης συνέχισε να μας λέει ιστορίες απ ’τα παλιά, να μας ρωτάει και να μας λέει τη γνώμη του για την πολιτική κατάσταση, για την απογοήτευση που δημιουργεί ο τερματισμός της εκλογικής συνεργασίας με το ΚΚΕ (μ-λ), για την προοπτική του κινήματός μας, για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και άλλα πολλά. Τόσα βάσανα στην εξορία και τη χούντα, τόσες ιστορίες για το αντάρτικο στην Λέσβο, για τους νεκρούς κι εκτελεσμένους κι ο σύντροφος Γιώργος μιλούσε με σιγουριά και αισιοδοξία, γνωρίζοντας πως το μέλλον κυοφορεί καλύτερές μέρες για τον λαό και τον τόπο. Μονάχα μια στιγμή τον είδαμε να βουρκώνει κι ακούσαμε τη φωνή του να λυγίζει. Όταν μας είπε για μια ομάδα προσφύγων που μετέφερε από το Μανταμάδο στην Μόρια και στη θέση του συνοδηγού κάθισε μια νεαρή γυναίκα, που σε όλη τη διαδρομή έπιανε την κοιλιά της κι έκλαιγε, αναφωνώντας συνεχώς «μπέιμπι», «μπέιμπι». Λίγο πριν λυγίσει σταμάτησε την ιστορία. «Μεγάλο δράμα η προσφυγιά», είπε και στη συνέχεια μας μίλησε για την αλληλεγγύη που επέδειξε στους πρόσφυγες όλο αυτό το διάστημα ο λαός της Λέσβου. Αργότερα κινήσαμε για την πλατεία του χωριού και σε κάθε καφενείο που περνούσαμε ο Γιώργης μας έλεγε «δώστε και ‘δω». Αφού δώσαμε στον Γιώργο τον Λαϊκό Δρόμο και άλλα κομματικά έντυπα και βιβλία και αφού μας έδωσε κι εκείνος ενίσχυση για τον εκλογικό αγώνα του κόμματος, αποχαιρετιστήκαμε. «Σαν φτάσετε στην Συκαμνιά να πάτε στο καφενείο του Σταμάτη και να του δώσετε μια εφημερίδα και την προκήρυξη, να του πείτε ότι είναι από μένα, ήμασταν σύντροφοι μαζί στους Λαμπράκηδες, αλλά ο Σταμάτης πήγε με το ΚΚΕ εσωτερικού». «Καλή αντάμωση» είπαμε και αφήσαμε τον Μανταμάδο.

Στο καφενείο, αφού ο κυρ Σταμάτης μας φίλεψε ούζο και μυτιληνιούς μεζέδες, έκατσε μαζί μας. Πόσες φορές μας είπε ότι «παλιά ήταν αλλιώς τα πράγματα», «οι νέοι κοιτούν μόνο πως θα βουλευτούν», «τι να κάνουμε πια», «δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς ο Τσίπρας». Του απαντήσαμε πως η αριστερά σ’ αυτό τον τόπο ρίζωσε επειδή ακριβώς είπε πως τα πράγματα όχι μόνο μπορούν, αλλά αναπόφευκτα θα πάνε αλλιώς, επειδή δε συμβιβάστηκε, επειδή στις πιο δύσκολες στιγμές του λαού μας σήκωσε ψηλά τις σημαίες της αντίστασης και του αγώνα. Μας κοίταγε με αμηχανία ο Σταμάτης και κάπου εκεί καταλάβαμε πώς όσοι πέρασαν απ’ την αριστερά στα πέτρινα χρόνια δεν είχαν όλοι στη συνέχεια την ίδια πορεία… Άλλοι είπαν «ευτυχώς ηττηθήκαμε», αλλά υπάρχουν και οι Γιώργηδες που «δεν παραδέχτηκαν την ήττα», που είπαν «κομμουνιστές ψηλά το κεφάλι, προχωράμε!» Την επόμενη μέρα σηκωθήκαμε πρωί-πρωί να προλάβουμε να μιλήσουμε στο τοπικό κανάλι και στην ΕΡΑ Αιγαίου και να αφισοκολλήσουμε την Μυτιλήνη. Αλλιώτικος ο κόσμος στην πόλη, πιο δύσπιστος, παρόλα αυτά μοιράσαμε πλατιά την κομματική ανακοίνωση και βρήκαμε θετική ανταπόκριση σε πολύ κόσμο. Δεν παραλείψαμε να επισκεφθούμε το νοσοκομείο του νησιού, όπου η συντρόφισσα υποψήφια στον νομό, Αναστασία Λεοντή, Τασία όπως την ξέρουν οι ντόπιοι, έδωσε σημαντικούς συνδικαλιστικούς αγώνες. Ίσα που προλάβαμε να ρίξουμε μια βουτιά και τρέξαμε να προλάβουμε το καράβι του γυρισμού.

«Πραγματικό μάθημα ήταν αυτή η εξόρμηση» είπε μια συντρόφισσα καθώς στεκόμασταν στη μπουκαπόρτα. Κι είχε δίκιο. Η Λέσβος, μαζί με πολλούς ακόμη τόπους, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα στον τόπο μας έχει βαθιές ρίζες μέσα στον λαό και η προοπτική του πάει πολύ μακριά ακριβώς επειδή έρχεται από πολύ μακριά. Κρατάμε ως εικόνα που συμβολίζει το παρελθόν και το μέλλον του κινήματός μας, τη συζήτηση των νεολαίων συντρόφων μας με τον παλαίμαχο σύντροφό Γιώργη στο Μανταμάδο. Και κρατάμε ως υπόσχεση την τελευταία κουβέντα του συντρόφου μας: «Καλή αντάμωση»!

Ι.Α.